
«Ο δημοσιογράφος οφείλει να αντιμετωπίζει ισότιμα τους πολίτες, χωρίς διακρίσεις εθνικής καταγωγής, φύλου, φυλής, θρησκείας, πολιτικών φρονημάτων, οικονομικής κατάστασης και κοινωνικής θέσης».
Η παραπάνω πρόταση αποτελεί απόσπασμα του άρθρου 2 του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας της Ε.Σ.Η.Ε.Α., αναγνωρίζοντας έτσι την κοινωνική διάσταση αλλά και την ευθύνη του δημοσιογραφικού επαγγέλματος. Και αυτή είναι μία από τις πιο σημαντικές παρατηρήσεις, αφού αναφέρει σαφώς πως κάθε άτομο που αναγνωρίζεται ως δημοσιογράφος οφείλει να νοιάζεται για την ευαίσθητη κοινωνική πραγματικότητα και να φροντίζει υπέρ αυτής. Τι συμβαίνει, ωστόσο, όταν η κοινωνική πραγματικότητα αφορά στα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα και πώς ο δημοσιογραφικός λόγος και κατ΄επέκταση τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης στη χώρα μας διαχειρίζονται την πραγματικότητα αυτή;
Η τελευταία έκθεση της ILGA-Europe (2026) που αφορά και στην Ελλάδα καταγράφει αύξηση του κακοποιητικού (ομοφοβικού – τρανσφοβικού) λόγου στον δημόσιο διάλογο, αναγνωρίζοντας – μεταξύ άλλων – την ευθύνη των ΜΜΕ. Μια ρητορική μίσους που επιδρά αρνητικά στην ψυχική υγεία αλλά και στο αίσθημα ασφάλειας που νιώθουν τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα που βάλλονται από αυτή. Στη χώρα μας, αρκεί μόνο να θυμηθούμε τις πολλές «δημοσιογραφικές» συζητήσεις που έγιναν (και πολλές φορές θύμιζαν δικαστήρια) με αφορμή την ψήφιση της ισότητας στον γάμο, για να καταλάβουμε το πώς τα ΜΜΕ διαχειρίζονται τις ΛΟΑΤΚΙ+ ταυτότητες. Μια διαχείριση που απομακρύνεται από το πλαίσιο της κοινωνικής ευθύνης που επιβάλλει η δημοσιογραφική δεοντολογία και η δεοντολογία της πληροφόρησης και αναγνωρίζεται περισσότερο ως προϊόν διαπραγμάτευσης, δίνοντας έτσι χώρο στην αναπαραγωγή κακοποιητικών και αντιεπιστημονικών σχολίων. Γιατί, όμως;
Δεοντολογία χωρίς αναφορές συμπερίληψης
Ξεκινώντας, έχει τη σημασία να πούμε ότι -αν και βρισκόμαστε στο 2026- τόσο ο Κώδικας Δεοντολογίας της ΕΣΗΕΑ όσο και οποιουδήποτε άλλου σχετικού θεσμού στη χώρα μας δεν αναφέρονται σε έννοιες, όπως «ο σεξουαλικός προσανατολισμός, η ταυτότητα, έκφραση και τα χαρακτηριστικά φύλου». Προφανώς και αυτή η παράλειψη δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τη ρητορική μίσους που αναπαράγεται συχνά από τα ΜΜΕ, μαρτυρά ωστόσο την αδυναμία των εκάστοτε συστημάτων δεοντολογίας να προσαρμοστούν στις νέες κοινωνικές πραγματικότητες, προσδιορίζοντας με σαφήνεια τα όρια τους. Μια αδυναμία που πολύ εύκολα δημιουργεί γκρίζες ζώνες στη δημόσια διαχείριση των ΛΟΑΤΚΙ+ ταυτοτήτων και στην «ευθύνη» των ΜΜΕ απέναντι σε αυτές.
Η δικαιολογία της «αντίθετης» γνώμης
Μια ιδιαίτερα διαδεδομένη δημοσιογραφική πρακτική είναι η παρουσίαση διαφορετικών –και συχνά αντίθετων– απόψεων γύρω από ένα ζήτημα, με στόχο να ακουστούν όλες οι πλευρές και να διασφαλιστεί η πολυφωνία στον δημόσιο διάλογο. Στην πράξη, ωστόσο, η επιδίωξη αυτή συχνά οδηγεί στην άκριτη εξίσωση θέσεων που δεν έχουν την ίδια επιστημονική τεκμηρίωση ή που, σε ορισμένες περιπτώσεις, αναπαράγουν στερεότυπα, διακρίσεις και κακοποιητικό λόγο. Η πολυφωνία, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε άποψη πρέπει να παρουσιάζεται ως εξίσου έγκυρη ή θεμιτή, ούτε ότι η δημοσιογραφία οφείλει να προσφέρει βήμα σε κάθε τοποθέτηση χωρίς να εξετάζει το περιεχόμενο και τις συνέπειές της. Όταν ο λόγος στρέφεται εναντίον ανθρώπων (και συγκεκριμένα των ΛΟΑΤΚΙ+), δεν αρκεί να αντιμετωπίζεται ως μία ακόμη «αντίθετη» άποψη στο πλαίσιο μιας υποτιθέμενης ισορροπημένης συζήτησης. Αντιθέτως, η δημοσιογραφική ευθύνη επιβάλλει την κριτική εξέταση, την τεκμηρίωση και την κατάλληλη πλαισίωσή του, ώστε η ενημέρωση να μη μετατρέπεται σε μηχανισμό κανονικοποίησης της μισαλλοδοξίας.

ΜΜΕ και πολιτική πραγματικότητα
Καμία συζήτηση για τον τρόπο λειτουργίας της δημοσιογραφίας και των ΜΜΕ στη χώρα μας δεν μπορεί να γίνει χωρίς να εξεταστεί το εκάστοτε πολιτικό τοπίο και η αλληλεπίδρασή του με αυτά. Στην Ελλάδα, η μεγάλη συγκέντρωση των mainstream ΜΜΕ στα χέρια λίγων επιχειρηματιών με συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα διαμορφώνει ένα σύνθετο πλαίσιο, μέσα στο οποίο η ενημέρωση δεν είναι πάντα ανεξάρτητη από πολιτικές και επιχειρηματικές επιδιώξεις. Οι επιλογές ενός μέσου, από τα θέματα που αναδεικνύει μέχρι τις φωνές που επιλέγει να φιλοξενήσει, συνδέονται συχνά με την πολιτική και ιδεολογική του κατεύθυνση. Αυτό αφορά και τον τρόπο με τον οποίο καλύπτονται οι ΛΟΑΤΚΙ+ ταυτότητες. Όταν ένα μέσο υιοθετεί μια φιλοκυβερνητική γραμμή, για παράδειγμα, έχει σημασία να εξετάζουμε κατά πόσο αναπαράγει ή ενισχύει τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο γύρω από τα ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα, ιδίως όταν αυτός περιλαμβάνει στερεότυπα, απαξιωτικές αναφορές ή την παρουσίαση της ισότητας ως απειλής για την κοινωνία. Αντίστοιχα, η κριτική στάση απέναντι στην εκάστοτε κυβέρνηση δεν συνεπάγεται αυτομάτως και μια συμπεριληπτική προσέγγιση. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν ένα μέσο επιλέγει να παρουσιάσει μια θετική ή αρνητική άποψη για τις ΛΟΑΤΚΙ+ ταυτότητες. Είναι το κατά πόσο οι δημοσιογραφικές του επιλογές συμβάλλουν στην ενημέρωση του κοινού ή, αντίθετα, αναπαράγουν την πολιτική αντιπαράθεση και τις κοινωνικές προκαταλήψεις, μετατρέποντας θεμελιώδη δικαιώματα σε αντικείμενο πολιτικής διαπραγμάτευσης.
Η πραγματική ευθύνη
Ολοκληρώνοντας είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι η ευθύνη των ΜΜΕ απέναντι στη ρητορική μίσους δεν εξαντλείται στην αποφυγή προσβλητικών χαρακτηρισμών ούτε στην τυπική τήρηση των κανόνων δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο επιλέγουν να ενημερώνουν, τις φωνές που αναδεικνύουν, τους ισχυρισμούς που νομιμοποιούν και τα όρια που θέτουν στον δημόσιο διάλογο. Η πολυφωνία και η ελευθερία της έκφρασης αποτελούν θεμελιώδεις αρχές της δημοσιογραφίας, δεν απαλλάσσουν, όμως, τα μέσα από την υποχρέωση να εξετάζουν κριτικά το περιεχόμενο και τις συνέπειες όσων μεταδίδουν. Το ζητούμενο δεν είναι να περιοριστεί ο δημόσιος διάλογος, αλλά να γίνει πιο υπεύθυνος, πιο τεκμηριωμένος και λιγότερο κακοποιητικός.
κείμενο: Βασίλης Θανόπουλος