
Τι εννοούμε όταν λέμε «ρητορική μίσους»;
Λίγοι όροι έχουν χρησιμοποιηθεί τόσο ευρέως όσο η «ρητορική μίσους» και, ταυτόχρονα, με τόσο περιορισμένη συναίνεση ως προς το τι ακριβώς σημαίνει ο όρος και, κυρίως, τι συνεπάγεται η επίκλησή του, προκαλώντας παράλληλα έντονες αντιδράσεις ακόμη και στο άκουσμά του. Μία βασική δυσκολία στο να κατανοήσει κανείς για τι πράγμα μιλάμε όταν αναφερόμαστε στη ρητορική μίσους είναι ότι ο ίδιος όρος -με τις παραλλαγές και τις υποπεριπτώσεις του, όπως «μισαλλόδοξος λόγος», «ομοφοβικός λόγος» και «ξενοφοβικός λόγος»- χρησιμοποιείται τόσο ως νομικός όρος όσο και ευρύτερα, στον δημόσιο διάλογο και στο καθημερινό λεξιλόγιο, για να χαρακτηρίσει λόγο που εμφορείται από εχθροπάθεια και μισαλλοδοξία.
Πράγματι, ο όρος «ρητορική μίσους» ή όπως έχει καθιερωθεί, με τον όρο hate speech άρχισε να εδραιώνεται στην αμερικανική νομική επιστήμη κατά τη δεκαετία του 1980 και συνδέθηκε ιδιαίτερα με μελετητές της Κριτικής Θεωρίας της Φυλής (Critical Race Theory), οι οποίοι τον χρησιμοποίησαν για να περιγράψουν τον τρόπο με τον οποίο ο ρατσιστικός λόγος μπορεί να συμβάλλει στη διαιώνιση συστημικών διακρίσεων εις βάρος ιστορικά καταπιεσμένων ομάδων -εκείνη την εποχή με έμφαση στη φυλή- ακόμη και όταν ο λόγος αυτός βρίσκεται υπό την προστασία της Πρώτης Τροπολογίας του Συντάγματος των ΗΠΑ, το First Amendment.
Αργότερα, όμως, ο ίδιος όρος άρχισε να χρησιμοποιείται επίσης από πολιτικούς επιστήμονες, κοινωνιολόγους, φιλοσόφους, δημοσιογράφους, πολιτικούς, ακτιβιστές, επιχειρήσεις, και το ευρύ κοινό, χωρίς να περιορίζεται στη στενή νομική του έννοια, αλλά για να αποτυπώσει ευρύτερα έναν λόγο που θεωρείται ηθικά κατακριτέος ή κοινωνικά μη αποδεκτός και, επομένως, μπορεί να προκαλεί κοινωνική αποδοκιμασία ή άλλες κοινωνικές συνέπειες. Συχνά. όταν θέλουμε να διακρίνουμε τις μορφές ρητορικής μίσους που είναι παράνομες από την ευρύτερη χρήση του όρου, συναντάμε συχνά στα αγγλικά την έκφραση illegal hate speech.
Οι δύο αυτές εκφάνσεις του ίδιου όρου δεν συμπίπτουν απαραίτητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ευρύτερη κοινωνική χρήση του όρου δεν έχει τη δική της αξία για την περιγραφή τέτοιων φαινομένων στον δημόσιο λόγο. Επομένως, αν κάποιος πει ότι «αυτό που λες δεν είναι ρητορική μίσους, γιατί δεν μπορεί να διωχθεί ποινικά», αυτό δεν είναι ακριβές. Άλλωστε, ο νόμος δεν είναι πάντα αυτός που δείχνει πρώτος στην κοινωνία τι είναι ρατσιστικό, σεξιστικό ή ομοφοβικό. Συχνά συμβαίνει το αντίθετο: είναι τα κοινωνικά κινήματα και οι ίδιοι οι άνθρωποι που υφίστανται αυτές τις συμπεριφορές που τις κατονομάζουν, τις αμφισβητούν και τελικά αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο τις αντιλαμβάνεται η κοινωνία.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έκαναν ακόμη πιο δημοφιλή τον όρο μέσα από τη χρήση του στις πολιτικές που εφαρμόζουν για την αντιμετώπιση του φαινομένου, προτάσσοντας συχνά έναν πολύ ευρύτερο ορισμό από εκείνον που προκύπτει από το εφαρμοστέο δίκαιο. Όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια, αυτό έκανε ακόμη μεγαλύτερη τη σύγχυση μεταξύ της νομικής και της κοινής χρήσης του όρου, καθώς ένας λόγος μπορεί να χαρακτηρίζεται ως «ρητορική μίσους» από μια πλατφόρμα και να αφαιρείται με βάση τους δικούς της κανόνες, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι αποτελεί παράνομη ρητορική μίσους.
Γιατί μιλάμε για «μίσος»;
Μια επιπλέον δυσκολία στον εννοιολογικό προσδιορισμό της ρητορικής μίσους βρίσκεται στις ίδιες τις λέξεις από τις οποίες αποτελείται ο όρος. Ειδικότερα, η χρήση της λέξης «μίσος» μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση, καθώς η ρητορική μίσους δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκη την ύπαρξη ή την έκφραση αυτού του συναισθήματος με τη στενή έννοια.
Με άλλα λόγια, όπως οι όροι «ομοφοβία» «ισλαμοφοβία» και «ξενοφοβία» δεν περιορίζονται στον φόβο, αλλά αναφέρονται σε ένα ευρύτερο σύνολο πρακτικών καταπίεσης, μισαλλοδοξίας και κοινωνικού αποκλεισμού, που συχνά υποδηλώνουν συστημικές πρακτικές διαιώνισης των ανισοτήτων και κανονικοποίησης των διακρίσεων κατά των συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, έτσι και ο όρος «ρητορική μίσους» πρέπει να γίνει αντιληπτός ως μια εκδήλωση και έκφραση ρατσισμού, ξενοφοβίας, ομοφοβίας ή άλλων προκαταλήψεων, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή την απουσία αντίστοιχου συναισθηματικού κινήτρου.
Υπάρχει νομικός ορισμός της ρητορικής μίσους;
Παραδόξως, ενώ ο όρος «ρητορική μίσους» αναπτύχθηκε αρχικά μέσα στη νομική συζήτηση για να περιγράψει ένα φαινόμενο που συνδέεται με τη συστημική καταπίεση και τις διακρίσεις, δεν υπάρχει ένας ενιαίος νομικός ορισμός της ρητορικής μίσους που να αποτυπώνεται ως τέτοιος συνολικά στο διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό δίκαιο.
Αντίθετα, αυτό που τυποποιείται και ρυθμίζεται νομικά είναι επιμέρους φαινόμενα που σχετίζονται με τη ρητορική μίσους, όπως ο ρατσισμός, οι διακρίσεις και η υποκίνηση σε διακρίσεις, εχθρότητα ή βία εναντίον ανθρώπων με βάση συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, όπως η φυλή, η καταγωγή, το φύλο, η ηλικία, ο σεξουαλικός προσανατολισμός ή η ταυτότητα φύλου. Παράλληλα, ο ίδιος ο όρος «ρητορική μίσους» χρησιμοποιείται πλέον και σε ευρωπαϊκά κείμενα που επιχειρούν να τον ορίσουν, χωρίς όμως να έχει αποκτήσει έναν ενιαίο και καθολικά αποδεκτό νομικό ορισμό.
Πώς, όμως, μιλάμε για ρητορική μίσους με τη νομική έννοια και πώς αποτυπώνεται αυτό το φαινόμενο στον νόμο, εφόσον δεν υπάρχει ένας ενιαίος νομικός ορισμός που να το τυποποιεί αυτούσιο;
Η ρητορική μίσους ως νομική έννοια: Οι αρχές που βρίσκονται στη βάση της νομικής προστασίας
Όπως μόλις ειπώθηκε, η ρητορική μίσους είναι μάλλον ένας νεολογισμός, ένας σχετικά νέος όρος που ήρθε για να αποτυπώσει πιο συμπεριληπτικά πολύ παλιά φαινόμενα και νομικές έννοιες, αξίες και δικαιώματα με τα οποία σχετίζεται, όπως η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η ίση μεταχείριση. Οι έννοιες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της ισότητας διατρέχουν το σύνολο των διατάξεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως αποτυπώνεται ήδη στο πρώτο άρθρο της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1948, αποτελώντας έτσι τον ακρογωνιαίο λίθο του διεθνούς συστήματος προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που ακολούθησε, ενώ παράλληλα στο άρθρο 19 κατοχυρώνεται η ελευθερία της γνώμης και της έκφρασης.
Η Οικουμενική Διακήρυξη έχει, όπως υποδηλώνει και ο τίτλος της, διακηρυκτικό και όχι συμβατικά δεσμευτικό χαρακτήρα. Αυτό ωστόσο δεν αποδυναμώνει τη σημασία της ευρείας συναίνεσης των κρατών που την υιοθέτησαν πάνω σε έναν κοινό οδικό χάρτη αρχών, ως βάση πάνω στην οποία θα οικοδομηθούν κοινωνίες που θα εμφορούνται από αυτές τις αρχές- οι οποίες στη συνέχεια θα αποτυπωθούν και μέσα από δεσμευτικούς κανόνες.
Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, σε αντίθεση με τα επιμέρους ανθρώπινα δικαιώματα, αποτελεί θεμελιώδη και, κατά μία ισχυρή θεωρητική προσέγγιση, απόλυτη αξία. Δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη έννομο αγαθό που μπορεί να σταθμίζεται ελεύθερα έναντι άλλων δικαιωμάτων. Για τον λόγο αυτό, οι δύο έννοιες που βρίσκονται συχνότερα στο επίκεντρο των συζητήσεων σχετικά με τη ρητορική μίσους και την ανάγκη περιορισμού της είναι η ελευθερία της έκφρασης και η απαγόρευση των διακρίσεων. Οι υπόλοιπες συναφείς έννοιες -όπως ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, η ομοφοβία, ο αντισημιτισμός και η ισλαμοφοβία- περιγράφουν ειδικότερες μορφές προκατάληψης ή εχθρότητας, οι οποίες μπορούν να εκδηλώνονται, μεταξύ άλλων, μέσα από τη ρητορική μίσους.
Από τις γενικές αρχές στους δεσμευτικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου
Οι αρχές αυτές της Οικουμενικής Διακήρυξης άρχισαν στη συνέχεια να αποτυπώνονται σε δεσμευτικά κείμενα του διεθνούς δικαίου. Η Διεθνής Σύμβαση για την εξάλειψη κάθε μορφής φυλετικών διακρίσεων (ICERD) του 1965, στον απόηχο της αποαποικιοποίησης και της εντεινόμενης διεθνούς προσπάθειας για την καταπολέμηση των φυλετικών διακρίσεων, υποχρέωσε στο άρθρο 4 τα συμβαλλόμενα κράτη να λάβουν μέτρα κατά της φυλετικής προπαγάνδας και, μεταξύ άλλων, να κηρύξουν ως αξιόποινη πράξη τη διάδοση ιδεών που βασίζονται στη φυλετική ανωτερότητα ή το φυλετικό μίσος και την υποκίνηση σε φυλετικές διακρίσεις.
Αντίστοιχα, την ίδια περίπου περίοδο, το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά Δικαιώματα (ICCPR) του 1966 κατοχύρωσε στο άρθρο 19 την ελευθερία της έκφρασης και προέβλεψε τους επιτρεπτούς περιορισμούς της, ενώ στο άρθρο 20(2) απαιτεί την απαγόρευση διά νόμου κάθε συνηγορίας υπέρ εθνικού, φυλετικού ή θρησκευτικού μίσους, όταν αυτή συνιστά υποκίνηση σε διάκριση, εχθρότητα ή βία.
Στις δύο αυτές συνθήκες δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη όλα τα κράτη μέλη του ΟΗΕ. Αξιοσημείωτη είναι, ωστόσο, η περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών, μιας από τις ισχυρότερες και με μεγαλύτερη επιρροή χώρες στον κόσμο. Παρότι είναι συμβαλλόμενο μέρος και στις δύο συνθήκες, έχουν διατυπώσει επιφυλάξεις ως προς τις διατάξεις που θα μπορούσαν να απαιτήσουν περιορισμούς στην ελευθερία του λόγου, ώστε οι σχετικές διεθνείς υποχρεώσεις να μην περιορίζουν την προστασία που της παρέχει το αμερικανικό Σύνταγμα.
Η ρητορική μίσους στο ευρωπαϊκό σύστημα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων
Παράλληλα, στην Ευρώπη, η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αναπτύχθηκε σε περιφερειακό επίπεδο μέσα από το Συμβούλιο της Ευρώπης, έναν διεθνή οργανισμό διακριτό από την Ευρωπαϊκή Ένωση, στον οποίο συμμετέχουν σήμερα 46 κράτη. Στο πλαίσιό του υιοθετήθηκε το 1950 η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία αποτύπωσε σε ένα νομικά δεσμευτικό κείμενο πολλές από τις αρχές και τα δικαιώματα που είχαν ήδη διακηρυχθεί, δύο χρόνια νωρίτερα, στην Οικουμενική Διακήρυξη. Σε αντίθεση, επομένως, με τη Διακήρυξη, η ΕΣΔΑ αποτελεί διεθνή συνθήκη και δεσμεύει τα κράτη που την έχουν κυρώσει. Σήμερα, συμβαλλόμενα μέρη στην ΕΣΔΑ είναι και τα 46 κράτη του Συμβουλίου της Ευρώπης, μεταξύ των οποίων και όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στην ΕΣΔΑ κατοχυρώνεται η ελευθερία της έκφρασης στο άρθρο 10 και στο ίδιο άρθρο, στη δεύτερη παράγραφο, προβλέπονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να περιοριστεί το δικαίωμα: ο περιορισμός πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο, να επιδιώκει έναν από τους θεμιτούς σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 10(2) και να είναι αναγκαίος σε μια δημοκρατική κοινωνία. Τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ ερμηνεύονται και εφαρμόζονται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο κρίνει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, αν ένα συμβαλλόμενο κράτος έχει παραβιάσει δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ.
Όπως ισχύει και για τα βασικά δεσμευτικά ευρωπαϊκά νομικά κείμενα, η ίδια η ΕΣΔΑ δεν περιλαμβάνει έναν αυτοτελή ορισμό της «ρητορικής μίσους». Το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει, ωστόσο, επιχειρήσει να προσδιορίσει πιο συγκεκριμένα το φαινόμενο μέσα από συστάσεις και άλλα κείμενά του. Η πιο πρόσφατη συνολική Σύσταση για τη ρητορική μίσους είναι η CM/Rec(2022)16, η οποία ορίζει ότι ρητορική μίσους συνιστά κάθε μορφή έκφρασης που υποκινεί, προωθεί, διαδίδει ή δικαιολογεί τη βία, το μίσος ή τις διακρίσεις σε βάρος ενός προσώπου ή μιας ομάδας προσώπων ή που τα απαξιώνει λόγω πραγματικών ή αποδιδόμενων προσωπικών χαρακτηριστικών ή ιδιοτήτων τους, όπως η «φυλή», το χρώμα, η γλώσσα, η θρησκεία, η εθνικότητα, η εθνική ή εθνοτική καταγωγή, η ηλικία, η αναπηρία, το φύλο, η ταυτότητα φύλου ή ο σεξουαλικός προσανατολισμός. Η Σύσταση φαίνεται έτσι να αναγνωρίζει ότι κάτω από τον ευρύτερο όρο «ρητορική μίσους» μπορούν να βρίσκονται διαφορετικές μορφές έκφρασης, οι οποίες δεν έχουν όλες την ίδια νομική αντιμετώπιση. Ανάλογα με τη φύση και τη σοβαρότητά τους, ορισμένες μπορεί να υπάγονται στο ποινικό δίκαιο και άλλες στο αστικό ή διοικητικό δίκαιο, ενώ προβλέπονται παράλληλα και μη νομικά μέτρα, όπως ο αντίλογος (counter narrative), η ευαισθητοποίηση και η εκπαίδευση. Παρότι είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για την οριοθέτηση της έννοιας και την ανάπτυξη μιας συνολικής προσέγγισης απέναντι στη ρητορική μίσους, εξακολουθεί να αποτελεί μη δεσμευτικό κείμενο.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το βασικό νομοθέτημα που συνδέεται με τη ρητορική μίσους είναι η Απόφαση-Πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ, με τίτλο «για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του ποινικού δικαίου». Όπως φαίνεται και από τον τίτλο, ούτε εκεί χρησιμοποιείται ο όρος «ρητορική μίσους» ως αυτοτελής νομική έννοια. Πρόκειται για ένα νομικά δεσμευτικό κείμενο που απαιτεί από τα κράτη μέλη να τυποποιήσουν ως ποινικά αδικήματα συγκεκριμένες εκ προθέσεως πράξεις, όπως η δημόσια υποκίνηση βίας ή μίσους που στρέφεται κατά ομάδας προσώπων ή μέλους τέτοιας ομάδας που προσδιορίζεται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές ή την εθνική ή εθνοτική καταγωγή.
Παράλληλα, απαιτεί να τιμωρείται, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, η δημόσια επιδοκιμασία, άρνηση ή κατάφωρη υποβάθμιση της σοβαρότητας ορισμένων εγκλημάτων γενοκτονίας, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και εγκλημάτων πολέμου, όταν η συμπεριφορά αυτή εκδηλώνεται κατά τρόπο που είναι πιθανό να υποκινήσει βία ή μίσος κατά των παραπάνω ομάδων ή μέλους τους. Τα αδικήματα αυτά μπορούν να τελούνται μέσω διαφορετικών μορφών δημόσιας έκφρασης, ενώ η Απόφαση-Πλαίσιο καλύπτει ρητά και τη δημόσια διάδοση ή διανομή κειμένων, εικόνων ή άλλου υλικού σε σχέση με τη δημόσια υποκίνηση. Το πλαίσιο αυτό εφαρμόζεται και σε συμπεριφορές που τελούνται μέσω του διαδικτύου, εφόσον πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις των σχετικών αδικημάτων.
Η Απόφαση-Πλαίσιο αποτελεί έτσι το βασικό -και μοναδικό!- δεσμευτικό ενωσιακό νομοθέτημα ειδικά για αυτές τις μορφές ρατσισμού και ξενοφοβίας, με βασικό σκοπό τα κράτη μέλη της ΕΕ να έχουν ένα κοινό ελάχιστο επίπεδο ποινικοποίησης συγκεκριμένων συμπεριφορών, χωρίς να τους απαγορεύεται να προβλέπουν ευρύτερη προστασία στην εθνική τους έννομη τάξη.
Πώς αποτυπώνεται η ρητορική μίσους στο ελληνικό δίκαιο;
Στην Ελλάδα, ο νόμος που συνδέεται κυρίως με τη ρητορική μίσους είναι ο λεγόμενος «αντιρατσιστικός νόμος», δηλαδή ο ν. 927/1979, ο οποίος τροποποιήθηκε σημαντικά με τον Ν. 4285/2014 για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην παραπάνω Απόφαση-Πλαίσιο.
Η Ελλάδα είναι επίσης από τις χώρες που, κάνοντας χρήση της δυνατότητας να παρέχουν υψηλότερο επίπεδο προστασίας στην εθνική τους έννομη τάξη, συμπεριέλαβαν πέρα από τα προστατευόμενα χαρακτηριστικά της Απόφασης-Πλαισίου και άλλα, μεταξύ των οποίων τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου και την αναπηρία. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 927/1979, όπως ισχύει, ποινικό αδίκημα αποτελεί η εκ προθέσεως δημόσια υποκίνηση, πρόκληση, διέγερση ή προτροπή σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων που προσδιορίζονται με βάση τα προστατευόμενα χαρακτηριστικά, εφόσον η συμπεριφορά εκδηλώνεται με τρόπο που εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή ενέχει απειλή για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα των προσώπων αυτών.
Η ελληνική διάταξη, επομένως, αναφέρεται όχι μόνο στη βία και το μίσος, όπως η Απόφαση-Πλαίσιο, αλλά και στις διακρίσεις. Η δίωξη είναι αυτεπάγγελτη και, επομένως, δεν απαιτείται προηγούμενη έγκληση του προσώπου κατά του οποίου στράφηκε η συμπεριφορά. Επιπροσθέτως, τιμωρείται με βάση το άρθρο 184 παρ. 2, όποιος/α δημόσια προκαλεί ή διεγείρει άλλους να διαπράξουν έγκλημα και με αυτή τη διέγερση επιχειρείται η τέλεση βιαιοπραγιών κατά ομάδας ή προσώπου που προσδιορίζεται με βάση τα χαρακτηριστικά της φυλής, το χρώμα, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, τις γενεαλογικές καταβολές, τη θρησκεία, την αναπηρία, το γενετήσιο προσανατολισμό, την ταυτότητα ή τα χαρακτηριστικά φύλου, με τρόπο που να εκτίθεται σε κίνδυνο η δημόσια τάξη. Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται το άρθρο 82Α ΠΚ, καθώς προϋποθέτει ότι έχει τελεστεί έγκλημα κατά παθόντος, η επιλογή του οποίου έγινε λόγω ενός από τα παραπάνω προστατευόμενα χαρακτηριστικά, και προβλέπει αυξημένο πλαίσιο ποινής για το έγκλημα αυτό.
Η ρητορική μίσους πέρα από το ποινικό δίκαιο
Πέρα όμως από το ποινικό δίκαιο, και πάλι χωρίς να καταγράφεται αναγκαστικά με τον όρο «ρητορική μίσους», ορισμένες μορφές εκφοράς λόγου μπορούν να εμπίπτουν και στη νομοθεσία κατά των διακρίσεων, εφόσον συνιστούν κάποια από τις μορφές απαγορευμένης διακριτικής μεταχείρισης που προβλέπει ο νόμος, όπως παρενόχληση ή εντολή για διακριτική μεταχείριση.
Ο Ν. 4443/2016 προστατεύει από διακρίσεις για σειρά χαρακτηριστικών, μεταξύ των οποίων η φυλή, η εθνική ή εθνοτική καταγωγή, η ηλικία, ο σεξουαλικός προσανατολισμός, η ταυτότητα φύλου και τα χαρακτηριστικά φύλου. Χρειάζεται, ωστόσο, να γίνει διάκριση ως προς το πεδίο εφαρμογής: για λόγους όπως ο σεξουαλικός προσανατολισμός, η ηλικία και η ταυτότητα ή τα χαρακτηριστικά φύλου, η προστασία του Ν. 4443/2016 αφορά κυρίως την εργασία και την απασχόληση, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής κατάρτισης, ενώ η ευρύτερη προστασία σε τομείς όπως η εκπαίδευση προβλέπεται για ορισμένους άλλους λόγους, ιδίως τη φυλή και την εθνική ή εθνοτική καταγωγή. Ανάλογα με την περίπτωση, η παραβίαση της νομοθεσίας κατά των διακρίσεων μπορεί να επιφέρει αστικές ή διοικητικές κυρώσεις.
Για παράδειγμα, επαναλαμβανόμενα ρατσιστικά, ομοφοβικά ή τρανσφοβικά σχόλια στον χώρο εργασίας μπορούν να συνιστούν παρενόχληση, ενώ η εντολή ενός εργοδότη να μην προσλαμβάνονται άτομα λόγω της καταγωγής ή του σεξουαλικού τους προσανατολισμού μπορεί να αποτελεί εντολή για διακριτική μεταχείριση. Ο λόγος αυτός μπορεί να μη φτάνει στο επίπεδο της ποινικά κολάσιμης υποκίνησης σε μίσος ή βία, παραμένει ωστόσο στην ουσία του μια έκφραση που μπορεί να εμπίπτει στην ευρύτερη έννοια της ρητορικής μίσους και να παράγει άλλες έννομες συνέπειες, αυτή τη φορά στο πεδίο των διακρίσεων.
Πέρα από τα παραπάνω, ένας προσβλητικός ή συκοφαντικός λόγος μπορεί, ανάλογα με την περίπτωση, να αποτελεί εξύβριση ή συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρα 361 και 363 ΠΚ). Αν το αδίκημα στρέφεται κατά προσώπου λόγω κάποιου προστατευόμενου χαρακτηριστικού, όπως η φυλή, η θρησκεία ή ο γενετήσιος προσανατολισμός, μπορεί να εφαρμοστεί και το άρθρο 82Α ΠΚ για εγκλήματα με ρατσιστικά χαρακτηριστικά.
Ωστόσο, τόσο η εξύβριση όσο και η συκοφαντική δυσφήμηση αφορούν την προσβολή συγκεκριμένου προσώπου ή, υπό προϋποθέσεις, συγκεκριμένων μελών μιας ομάδας και σε αντίθεση με τη ρητορική μίσους, απαιτείται έγκληση του θύματος. Παρόλα αυτά, αν συντρέχει και η περίπτωση του άρθρου 82Α ΠΚ, δεν απαιτείται η καταβολή του παραβόλου των 100 ευρώ για την υποβολή της έγκλησης. Παράλληλα, το θύμα μπορεί να προσφύγει στα πολιτικά δικαστήρια για προσβολή της προσωπικότητάς του (άρθρα 57 και 59 ΑΚ) και να ζητήσει να σταματήσει η προσβολή, να μην επαναληφθεί στο μέλλον και, εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επομένως, μια γενική προσβολή μιας ολόκληρης ομάδας, π.χ. «οι *** είστε ***», δεν σημαίνει αυτομάτως ότι κάθε μέλος της ομάδας μπορεί να υποβάλει έγκληση για εξύβριση. Αυτό μπορεί να συμβεί, υπό προϋποθέσεις, όταν η ομάδα είναι σαφώς οριοθετημένη και προκύπτει ότι η προσβολή αφορά και τα συγκεκριμένα μέλη της.
Αν, επιπλέον, χρησιμοποιούνται φράσεις όπως «ξέρω πού μένεις», μπορεί, ανάλογα με τις συνθήκες και το συνολικό πλαίσιο, να εξεταστεί και ως απειλή (άρθρο 333 ΠΚ), για την οποία επίσης απαιτείται έγκληση του θύματος.
Αν υπάρχουν μάρτυρες του περιστατικού, είναι χρήσιμο να κρατηθούν τα στοιχεία τους, ώστε να μπορούν να καταθέσουν για όσα είδαν ή άκουσαν.
Ως προς την καταγραφή του περιστατικού, χρειάζεται προσοχή. Δεν ισχύει γενικά ότι οτιδήποτε συμβαίνει σε δημόσιο χώρο μπορεί ελεύθερα να καταγραφεί. Διαφορετικά αξιολογείται η καταγραφή ενός περιστατικού που εκτυλίσσεται δημόσια, π.χ. μιας επίθεσης που συμβαίνει μπροστά σε τρίτους, και διαφορετικά η κρυφή καταγραφή μιας ιδιωτικής συνομιλίας ή μιας μη δημόσιας πράξης.
Η φανερή βιντεοσκόπηση ενός συγκεκριμένου περιστατικού που συμβαίνει δημόσια δεν είναι αυτομάτως παράνομη μόνο και μόνο επειδή το άλλο πρόσωπο δεν έχει συναινέσει. Ωστόσο, η νομιμότητα της καταγραφής εξαρτάται από τις συγκεκριμένες περιστάσεις και τον σκοπό της. Τέλος, άλλο είναι να διατηρήσει κάποιος ένα βίντεο ως αποδεικτικό στοιχείο και να το παραδώσει στις αρμόδιες αρχές και άλλο να το δημοσιεύσει στα social media. Η δημοσίευση αποτελεί ξεχωριστή πράξη και μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετα ζητήματα προστασίας της προσωπικότητας και των προσωπικών δεδομένων.
Ρητορική μίσους στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης
Για πολλά χρόνια, η συζήτηση γύρω από τη ρητορική μίσους επικεντρωνόταν κυρίως στο αν και μέχρι ποιο σημείο μπορεί να περιοριστεί η ελευθερία της έκφρασης. Η ανάπτυξη, όμως, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και η μεταφορά μεγάλου μέρους της δημόσιας συζήτησης στο ψηφιακό περιβάλλον μετέβαλαν στην πράξη τους όρους αυτής της διαμάχης. Οι πλατφόρμες, ανεξάρτητα από το πού ακριβώς τοποθετεί ο νόμος τα όρια της ελευθερίας της έκφρασης, ούτως ή άλλως ελέγχουν το περιεχόμενο που φιλοξενούν και θέτουν δικούς τους κανόνες για το τι επιτρέπεται και τι όχι.
Ο έλεγχος αυτός δεν γίνεται μόνο για λόγους συμμόρφωσης με τον νόμο. Εξυπηρετεί και τη λειτουργία των ίδιων των πλατφορμών ως επιχειρήσεων. Έχουν συμφέρον να διατηρούν ένα περιβάλλον στο οποίο οι χρήστες θέλουν να παραμένουν και να αλληλεπιδρούν και το οποίο οι διαφημιζόμενοι θεωρούν κατάλληλο για την προβολή των προϊόντων τους. Παράλληλα, για μια πλατφόρμα που λειτουργεί παγκοσμίως, είναι πρακτικότερο να εφαρμόζει γενικούς κανόνες περιεχομένου σε μεγάλη κλίμακα, αντί να περιορίζεται κάθε φορά μόνο στο ελάχιστο όριο που θέτει το δίκαιο κάθε χώρας. Έτσι, η συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνο το πότε μπορεί το κράτος να περιορίσει την ελευθερία της έκφρασης, αλλά και το πώς οι ιδιωτικές πλατφόρμες καθορίζουν τα όρια του λόγου στον ψηφιακό χώρο.
Αυτό εξηγεί και γιατί ο όρος hate speech απέκτησε μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πολύ ευρύτερη χρήση από τη στενή νομική του έννοια. Οι πλατφόρμες στην πραγματικότητα σχετικοποίησαν τη διάκριση παράνομης ρητορικής μίσους και ρητορικής μίσους που αντιτίθεται στις πολιτικές της πλατφόρμας. Η διάκριση ωστόσο είναι υπαρκτή και έχει συγκεκριμένες, διαφορετικές συνέπειες διαχείρισης του περιεχομένου ανάλογα με την κάθε περίπτωση.
Στην πρώτη περίπτωση, το όριο τίθεται από τον νόμο. Το αν μια συγκεκριμένη ανάρτηση αποτελεί παράνομη ρητορική μίσους κρίνεται με βάση το εφαρμοστέο ενωσιακό και εθνικό δίκαιο. Και επειδή οι εθνικές νομοθεσίες δεν είναι απολύτως ίδιες, το ίδιο περιεχόμενο μπορεί να είναι παράνομο σε μια χώρα χωρίς να είναι απαραίτητα παράνομο σε όλες. Αντίθετα, στη δεύτερη περίπτωση το όριο τίθεται από την ίδια την πλατφόρμα. Οι κανόνες της είναι κατά κανόνα ευρύτεροι από τον νόμο και πριν κριθεί ένα περιεχόμενο ως παράνομο, συνήθως θα έχει ήδη περάσει πρώτα τον έλεγχο ως αντίθετο στις πολιτικές της πλατφόρμας για τη ρητορική μίσους.
Αν το περιεχόμενο παραβιάζει τους γενικούς κανόνες της πλατφόρμας, μπορεί να αφαιρεθεί συνολικά από την υπηρεσία. Αν, αντίθετα, δεν παραβιάζει τους κανόνες της αλλά είναι παράνομο σε μια συγκεκριμένη χώρα, η πρόσβαση σε αυτό μπορεί, ανάλογα με τη νομική βάση και το εύρος του περιορισμού, να αποκλειστεί μόνο εκεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι η πλατφόρμα αποφασίζει τελικά τι είναι νόμιμο και τι παράνομο καθώς η κρίση της μπορεί να ελεγχθεί από τις αρμόδιες αρχές και τα δικαστήρια, όταν αυτό ζητηθεί.
Σε αυτό το σημείο εντάσσεται ο Digital Services Act (DSA), δηλαδή ο Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2065 για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες. Ο DSA δεν ορίζει τι είναι ρητορική μίσους ούτε δημιουργεί έναν ενιαίο ευρωπαϊκό κατάλογο απαγορευμένου λόγου. Το αν ένα περιεχόμενο είναι παράνομο εξακολουθεί να κρίνεται με βάση το εφαρμοστέο δίκαιο. Εκείνο που ρυθμίζει ο DSA είναι κυρίως η διαδικασία: πώς μπορεί να αναφερθεί παράνομο περιεχόμενο, πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται οι σχετικές αναφορές, πότε πρέπει να αιτιολογείται μια απόφαση της πλατφόρμας και με ποιον τρόπο μπορεί αυτή να αμφισβητηθεί.
Ο έλεγχος του περιεχομένου γίνεται με διάφορους τρόπους. Οι πλατφόρμες χρησιμοποιούν αυτοματοποιημένα συστήματα, σε συνδυασμό με ανθρώπινο έλεγχο, για να εντοπίζουν πιθανές παραβιάσεις. Παράλληλα, οι ίδιοι οι χρήστες μπορούν να αναφέρουν περιεχόμενο που θεωρούν παράνομο. Ο DSA προβλέπει ότι οι πλατφόρμες πρέπει να διαθέτουν έναν εύχρηστο μηχανισμό για τέτοιες αναφορές, ώστε να μπορεί να προσδιοριστεί το συγκεκριμένο περιεχόμενο και να εξηγηθεί γιατί θεωρείται παράνομο.
Ιδιαίτερο ρόλο έχουν οι λεγόμενοι trusted flaggers, δηλαδή φορείς με ειδική γνώση στον εντοπισμό συγκεκριμένων μορφών παράνομου περιεχομένου, συμπεριλαμβανομένης της ρητορικής μίσους, στους οποίους απονέμεται επίσημα αυτή η ιδιότητα από τον αρμόδιο Συντονιστή Ψηφιακών Υπηρεσιών. Οι αναφορές τους δεν οδηγούν αυτόματα σε αφαίρεση μιας ανάρτησης, αλλά εξετάζονται κατά προτεραιότητα.
Παράλληλα, υπάρχει μια αντίφαση στον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Οι πλατφόρμες έχουν λόγους να περιορίζουν τη ρητορική μίσους και γενικότερα το επιβλαβές περιεχόμενο, αλλά το επιχειρηματικό μοντέλο πολλών από αυτές στηρίζεται στην προσοχή και την αλληλεπίδραση των χρηστών. Περιεχόμενο που προκαλεί θυμό, φόβο ή έντονη αντιπαράθεση μπορεί να συγκεντρώνει μεγάλη αλληλεπίδραση και, μέσα από τα συστήματα προτάσεων, να αποκτά μεγαλύτερη προβολή. Επομένως, ο τρόπος με τον οποίο επιλέγεται και προβάλλεται το περιεχόμενο μπορεί να ενισχύει επιβλαβείς μορφές λόγου ακόμη και όταν αυτές δεν είναι παράνομες. Για τον λόγο αυτό, ο DSA απαιτεί από τις πολύ μεγάλες πλατφόρμες να εξετάζουν και να περιορίζουν ευρύτερους συστημικούς κινδύνους που μπορεί να προκύπτουν από τη λειτουργία τους, μεταξύ άλλων και από τα συστήματα προτάσεων.
Τι συμβαίνει όταν η πλατφόρμα κάνει λάθος σχετικά με περιεχόμενο ρητορικής μίσους;
Εδώ υπάρχουν δύο περιπτώσεις: είτε μια ανάρτηση που θεωρείται ρητορική μίσους, είτε επειδή είναι παράνομη είτε επειδή παραβιάζει τους κανόνες της πλατφόρμας, παραμένει online, είτε μια ανάρτηση χαρακτηρίζεται λανθασμένα ως ρητορική μίσους και αφαιρείται.
Στην πρώτη περίπτωση, οι χρήστες μπορούν να κάνουν σχετική αναφορά στην πλατφόρμα, προσδιορίζοντας την ανάρτηση και εξηγώντας γιατί θεωρούν ότι παραβιάζει τον νόμο ή την πολιτική της πλατφόρμας. Η πλατφόρμα εξετάζει την αναφορά και ενημερώνει για την απόφασή της. Αν αποφασίσει να αφήσει το περιεχόμενο online, εκείνος/η/ο που έκανε την αναφορά μπορεί, να αμφισβητήσει την απόφαση μέσω του εσωτερικού συστήματος καταγγελιών της πλατφόρμας (flagging). Μπορεί επίσης να προσφύγει σε πιστοποιημένο φορέα εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών, (περισσότερες πληροφορίες για τον αρμόδιο φορέα στην Ελλάδα: https://ods.adrpoint.com/ ) ενώ φυσικά παραμένει ανοιχτή και η δυνατότητα προσφυγής στα δικαστήρια. Η πλατφόρμα οφείλει να δίνει εμπεριστατωμένη απάντηση σε περίπτωση που δεν κατεβάσει το περιεχόμενο ως ρητορική μίσους. Αν αυτή η απάντηση δεν είναι επαρκής ή δεν υπάρχει καν πρόσβαση επισήμανσης περιεχομένου, μπορεί να γίνει καταγγελία στην Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) που είναι η εποπτεύουσα Αρχή για το DSA. Περισσότερες πληροφορίες για τις αρμοδιότητες του φορέα και την υποβολή καταγγελίας στην πλατφόρμα που αγνόησε την επισήμανση ή δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή της, υπάρχουν εδώ: https://www.eett.gr/psifiakes-ypiresies/diacheirisi-kataggelion-2/ypovoli-kataggelias-gia-endiameses-psifiakes-ypiresies/?utm_source=chatgpt.com
Οι αποφάσεις των πιστοποιημένων φορέων εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών δεν είναι δεσμευτικές για τα μέρη. Οι πλατφόρμες οφείλουν καταρχήν να συνεργάζονται καλόπιστα με τους φορείς αυτούς, μπορούν όμως να αρνηθούν να συμμετάσχουν όταν η ίδια διαφορά, ως προς το συγκεκριμένο περιεχόμενο και τους λόγους της προσβαλλόμενης απόφασης, έχει ήδη επιλυθεί ή εξετάζεται από αρμόδιο δικαστήριο ή άλλο αρμόδιο φορέα εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών.
Η αντίστροφη περίπτωση είναι η πλατφόρμα να χαρακτηρίσει λανθασμένα μια ανάρτηση ως ρητορική μίσους και να την αφαιρέσει, παρότι αυτή δεν παραβιάζει ούτε τον νόμο ούτε τους κανόνες της πλατφόρμας. Και σε αυτή την περίπτωση ο χρήστης μπορεί να αμφισβητήσει την απόφαση μέσω του εσωτερικού μηχανισμού καταγγελιών της πλατφόρμας και να προσφύγει σε πιστοποιημένο φορέα εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών ή στα δικαστήρια.
Επομένως, συνοπτικά: Θύμα ρητορικής μίσους στα social media μπορεί παράλληλα
- Να επισημάνει το περιεχόμενο στην πλατφόρμα ως ρητορική μίσους είτε ως παράνομη είτε ως αντίθετη στις πολιτικές της πλατφόρμας.
- Να υποβάλει καταγγελία σε μορφή έγκλησης, όταν πρόκειται για παράνομη μορφή ρητορικής μίσους εφόσον θύμα είναι το ίδιο, στην Αστυνομία με βάση το άρθρο 1 Ν.927/1979. Ως αποδεικτικό υλικό μπορεί (και πρέπει) να κρατήσει στιγμιότυπο οθόνης (“screenshot”) όχι μόνο της επίμαχης φράσης αλλά όλου του πλαισίου, της φωτογραφίας και του ονοματεπώνυμου του δράστη, καθώς και το URL. Αν στο περιστατικό υπάρχει και απειλή, τότε πρέπει να ενημερωθεί και η διεύθυνση δίωξης ηλεκτρονικού εγκλήματος.
Επίσης, η ρητορική μίσους τιμωρείται βαρύτερα από τον νόμο (άρθρο 1παρ.5 ν.927/1979) όταν τελείται από δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο, πχ αστυνομικό.
Εφόσον γίνει έγκληση στην αστυνομία για ρητορική μίσους εκείνη οφείλει να την καταγράψει και να την προωθήσει για αξιολόγηση στον αρμόδιο εισαγγελέα. Αν η Αστυνομία αρνηθεί να καταγράψει, τότε το θύμα μπορεί να πάει το ίδιο στον εισαγγελέα και να αναλόγως τον περιστάσεων να υποβάλει πειθαρχική αναφορά στον/στην αστυνομικό υπηρεσίας.